ἄφενος

ἄφενος
Grammatical information: n.
Meaning: `wealth' (Il.). On the meaning Hemelrijk, Πενία, diss. Utrecht 1926.
Other forms: m. (after πλοῦτος, Fehrle Phil Woch. 46, 700f).
Compounds: εὐηφενής (Il.; the better attested v. l. εὐηγενής is hardly correct; Bechtel, Lex.); also in the PN Δι-, Κλε-, Τιμ-αφένης.
Derivatives: (with loss of vowel and remarkable final stress) ἀφνειός (Il.), later ἀφνεός `rich' (Il.). From here retrograde ἄφνος n. (Pi. Fr. 219).
Origin: IE [Indo-European] *h₂bʰen- `rich'
Etymology: Uncertain. The connection with Skt. ápnas- n. `possessions, riches' (Bréal MSL 13, 382f.; cf. ὄμπνη; also Pisani Ist. Lomb. 73, 515) is now generally rejected (also as *apsnos). - The word was one of the corner stones of the Pelasgian theory, which can now be abandoned (also Heubeck's variant, the Minoan-Minyan language: Praegraeca 70). The agreement with Hitt. happina(nt)- `rich', is remarkable. The postulated verb hap-(zi) is improbable (Puhvel HED 3, 124f). The Hittite word could be IE (Szemerényi Glotta 33, 1954, 275 - 282). Puhvel's h₁op- is impossible (h₁- disappears in Hittite); but Lat. opulentus \< *op-en-ent- is improbable: -ulentus is a frequent suffix in Latin, and -ant is very productive in Hittite so that it cannot be projected back into PIE; with it disappears the explanation of -ulentus (I also doubt the dissmilation n - nt, with t after the second n; there are other difficulties in the theory, as the author indicated); the -en- has no clear function and is not found elsewhere after op-; thus the connection of opulentus with the Hittite word disappears. - Irene Balles (HS 110, 1997) starts from *n̥-gʷʰn-o-, parallel to -io- in Skt. ághnyā- `(the valuable animal which is) not to be killed'. (She explains the adj., and the accent, from *n̥gʷʰn-es-o- \> ἀφνεό-, with metrical lengthening in Homer). But she has to explain the full grade from analogy after σθένος, which is improbable; the whole construction is not convincing. - The Greek word is rather IE (cf. archaic εὐηφενής). For Greek a root *h₂bʰen- is the obvious reconstruction. The accent and the form ἀφνεός may be explained following Balles: *h₂bʰnes-ó-, with ablaut as in ἄλγος - ἀλεγεινός (metr. lengthening in Homer is probable as *ἀφνεοιο is impossible in the hexameter and *ἀφνεος, etc. are difficult). Thus the word seem perfectly IE. It cannot be connected with the Hittite word (reading *ḫpina- is doubtful). A loan from Anatolian would have κ-, the φ would be unclear, the s-stem, and the adjective.
Page in Frisk: 1,195

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άφενος — ἄφενος, το (Α) περιουσία, πρόσοδος, αφθονία αγαθών, βίος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η σύνδεση με αρχ. ινδ. άpnas «περιουσία, πλούτος», παρ όλο που είναι σημασιολογικά ικανοποιητική, δεν εξηγεί το δασύ φ του ελλ. τ., πράγμα που οδήγησε στην… …   Dictionary of Greek

  • ἄφενος — revenue neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφένει — ἄφενος revenue neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀφένεϊ , ἄφενος revenue neut dat sg (epic ionic) ἄφενος revenue neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφένεος — ἄφενος revenue neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφένους — ἄφενος revenue neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Βραζιλία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας Έκταση: 8.547.404 τ.χλμ Πληθυσμός: 174.468.575 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Μπραζίλια (2.043.169 κάτ. το 2000)Κράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τη Γαλλική Γουιάνα (ΒΑ), το Σουρινάμ,… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • δικαίωμα — Ο όρος δ. έχει γενική έννοια και εκφράζει κάθε εξουσία ή προνόμιο, καθώς επίσης και κάθε ευχέρεια που αναγνωρίζουν οι νόμοι (θετικό δίκαιο) ή τα έθιμα σε ένα πρόσωπο. Παράλληλα, αναφέρεται και στη δυνατότητα που έχουν τα άτομα να διεκδικήσουν… …   Dictionary of Greek

  • θρησκεία — Έννοια η οποία αναφέρεται σε μια σειρά αφενός νοητικών στοιχείων (δοξασιών), που σχετίζονται με την πίστη στο θείο και προϋποθέτουν αυθόρμητη αποδοχή, δηλαδή δεν είναι θεωρητικής ή επιστημονικής τάξης, αφετέρου σε μια σειρά θεσμών και πρακτικών… …   Dictionary of Greek

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.